Οι αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας μας χαρακτηρίζονται αναιμικές για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, διότι η χώρα αυτήν την περίοδο διέθετε πακτωλό ευρωπαϊκών κεφαλαίων, 36,6 δις Ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), 26,2 δις από το ΕΣΠΑ, σημαντικούς πόρους από τα διαρθρωτικά Ταμεία Συνοχής, Κοινωνικό και Γεωργικής Ανάπτυξης καθώς επίσης και μεγάλες δυνατότητες πιστωτικής τραπεζικής επέκτασης, μοχλεύοντας το κομμάτι των χαμηλότοκων δανείων ύψους 17,7 δις του ΤΑΑ.
Δεύτερον, διότι ανατρέχοντας στην Έκθεση Πισσαρίδη, (Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, Νοέμβριος 2020) της οποίας την εκπόνηση ανέθεσε, αλλά και υιοθέτησε η κυβέρνηση σε ομάδα εγνωσμένου κύρους οικονομολόγων, διαπιστώνει κανείς μια μεγάλη απόκλιση μεταξύ των στόχων της έκθεσης και των τελικών αποτελεσμάτων από την υλοποίηση του προγράμματος. Έτσι, στην έκθεση γίνεται αναφορά για «στόχο την ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά ποσοστό της τάξης του 3,5% για τη επόμενη δεκαετία, κατά μέσο όρο. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσω ετήσιας αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 2,5%. Εάν επιτευχθούν αυτά, τότε το 2030 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει στο 81% της ΕΕ…».
Σήμερα, μερικούς μόνο μήνες πριν από την εκπνοή του προγράμματος, για το οποίο να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για παράταση Ν+3, οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας με 2,1% κατά μέσο όρο αύξησης του ΑΕΠ και 1% εκείνης της παραγωγικότητας της εργασίας, απέχουμε πολύ από τους στόχους του Σχεδίου Πισσαρίδη.
Το αρνητικό, προσωρινό ακόμη, αποτύπωμα από την χρήση- αξιοποίηση των πόρων, παρουσιάζεται ανάγλυφα και σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο ανέρχεται σε 29,6 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας, μικρότερο δηλαδή του αρχικού ποσού που διατέθηκε στη χώρα. Έτσι και ο πολλαπλασιαστής που σχετίζεται με το οριστικό αποτύπωμα περιορίζεται στο 0,81, κάτω δηλαδή της μονάδας, κάτι που εξηγεί και τις δυστοπικές προβλέψεις της κυβέρνησης για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα από το 2027 χρόνια.
Συγκεκριμένα στον πρόσφατα εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, προβλέπεται αποκλιμάκωση της ανάπτυξης μετά το πέρας της εισροής πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία καταλήγει στο 1,3% το 2029. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην απότομη μείωση των επενδύσεων από το 5,7% το 2025 στο 0,8% το 2029.
Από την άλλη η κατανάλωση καλά κρατεί και τροφοδοτεί τη συμμετοχή της, όπως και όλα τα προηγούμενα χρόνια, στο σχηματισμό του ΑΕΠ με ποσοστό 70%, κάτι που φανερώνει, ότι το παραγωγικό μας μοντέλο έμεινε και μετά από τις αλλεπάλληλες κρίσεις αμετακίνητο, παρά τη μεγάλη εισροή πόρων στην οικονομία, η οποία θα έπρεπε να λειτουργήσει ως μηχανισμός μετασχηματισμού του.
Όμως δυστυχώς, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων κατέληξε σε τομείς όπως οι κατασκευές, τα τουριστικά καταλύματα και σε τρέχουσες ανάγκες, οι οποίες πρέπει να καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Λείπουν οι παραγωγικές επενδύσεις και δείγματα νέων μεταποιητικών μονάδων στη χώρα. Η επίδραση συνεπώς του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είχε καθαρά εισοδηματικό και καθόλου αναπτυξιακό αποτέλεσμα.
Η επικέντρωση στην απορρόφηση των κεφαλαίων και όχι στην παραγωγική τους αξιοποίηση και στη χρηματοδότηση ριζικών αλλαγών στη λειτουργία του κράτους αλλά και στη σύνθεση του παραγόμενου προϊόντος, στέρησε τη χώρα από μια μοναδική ευκαιρία ενδυνάμωσης και συμμετοχής της στο διεθνή καταμερισμό σε ισότιμη βάση. Ενδεικτικά η κατάταξη της χώρας στους δείκτες ψηφιακής μετάβασης DESI όπου κοσμούμε την τρίτη θέση από το τέλος μεταξύ των 27 χωρών της Ε.Ε., όπως και η τελευταία θέση στον πίνακα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης από τις ελληνικές επιχειρήσεις με μόλις 19%!
Ακόμη δυσμενέστερα, που θα δικαιολογούσε και την έκφραση τραγικά, παρουσιάζονται οι μεσο-μακροπρόθεσμες προοπτικές στο επίσης εγκεκριμένο από την Ε.Ε. πρόγραμμα της κυβέρνησης με τίτλο: «Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο 2025-2028». Εκεί, στη σελίδα 24 και στον Πίνακα 7, όπου παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών μέχρι το 2038, σε ότι αφορά το ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ διαβάζουμε (σε ποσοστά): 2029: 0,4, 2030: 0,3, 2031: 0,2, 2032: 0,2, 2033: 0,2, 2034: 0,3, 2035: 0,7, 2036: 0,7, 2037: 0,8, 2038: 0,9.
Αυτή η προβλεπόμενη αρνητική εξέλιξη που υποκρύπτει λιτότητα διαρκείας, εν μέσω μάλιστα αυξημένων υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους μετά το 2032, μας απομακρύνει από το ποσοστό σύγκλισης της οικονομίας μας με το μέσο όρο της Ε.Ε. του σχεδίου Πισσαρίδη για το 2030 στο 81%, αλλά ακόμη και για το 2040. Σύμφωνα με μελέτες για να συμβεί το τελευταίο θα πρέπει η ελληνική οικονομία να αναπτύσσεται μέχρι τότε με μεγαλύτερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 1%, κάτι που δεν προκύπτει από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα.
Αντίθετα μάλιστα, κατά τη δεκαετία του ΄30, μάλλον θα αποκλίνουμε προς μια δυσμενέστερη θέση παρά να συγκλίνουμε. Το πλέον πιθανό σενάριο συνεπώς είναι να επανακτήσουμε το προ της χρηματοπιστωτικής κρίσης ποσοστό σύγκλισης το 2050. Αυτό σημαίνει, ότι δύο ολόκληρες γενιές θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς και παππούδες τους, κάτι που είναι πρωτοφανές στην οικονομική ιστορία των εθνών.
Η επισήμανση των αρνητικών κυβερνητικών προβλέψεων σχετικά με τη μεσο-μακροπρόθεσμη απόδοση της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες ευχόμαστε να μην επιβεβαιωθούν, είναι αναγκαία για να αφυπνισθούμε, έστω και αργά, και να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να αποφύγουμε την υλοποίηση αυτού του δυστοπικού σεναρίου. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια θεσμική αναβάθμιση, η οποία να διευκολύνει την επιχειρηματικότητα και την επιλογή της χώρας μας ως επενδυτικού προορισμού.
Συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, τη διευκόλυνση νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στη διείσδυση σε τομείς που κυριαρχούν μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές συνθήκες, την επιτάχυνση στην επίλυση δικαστικών διαφορών, τη μείωση της διαφθοράς κ.α.
Το επενδυτικό κενό που πρέπει να καλυφθεί είναι τεράστιο. Βρισκόμαστε σε ότι αφορά τις νέες επενδύσεις στο 56% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας οι επενδύσεις συμμετέχουν μόνο με 16%, έναντι 21,5 του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Ο σχηματισμός ακαθάριστου παγίου κεφαλαίου το 2024 ανήλθε στα 34 δις Ευρώ. Σε σύγκριση δε με το αντίστοιχο μέγεθος του 2007, όταν ξεκίνησε η ελληνική κρίση, που ήταν 58 δις, υπάρχει ένα χάσμα 24 δις .
Πέρα όμως από την ποσοτική υστέρηση, μεγάλο πρόβλημα, ίσως μεγαλύτερο, είναι η ποιοτική τους σύνθεση. Η επιχειρηματική και επενδυτική δραστηριότητα στη χώρα μας είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Κατασκευές, ακίνητα και τουρισμός. Έτσι, είναι αναγκαίο, η διάθεση των όποιων πόρων έχουμε στη διάθεσή μας στο εξής, να γίνεται με γνώμονα τη βέλτιστη χρήση τους και τη συμβολή τους στο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου που αυξάνει την παραγωγικότητα και προωθεί την παραγωγική και τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας μας. Μόνο έτσι θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά της και θα αντιμετωπιστεί και το μεγάλο επίσης πρόβλημα του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο συνδέεται με το επίπεδο καινοτομίας, έρευνας και ανάπτυξης καθώς και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.
Με στόχο πάντα τη βελτίωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, χωρίς αποκλεισμούς, απαιτείται προσήλωση στην υλοποίηση μιας μακροπρόθεσμης οραματικής στρατηγικής, η οποία θα ενσωματώνει τις παραπάνω προκλήσεις για τη διασφάλιση της διατηρήσιμης ανάπτυξης που είναι αναγκαία, όχι μόνον για τη ζωή των πολιτών αλλά και για την κοινωνική συνοχή.
*Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς



