«Το 2025 το ΑΕΠ της Γερμανίας αυξήθηκε κατά 0,2% σε πραγματικούς όρους», σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis). Για την ιστορία, το 2024, το γερμανικό ΑΕΠ είχε μειωθεί 0,5% και το 2023 κατά 0,9%, λόγω της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η γερμανική κυβέρνηση υιοθέτησε πέρυσι ένα σχέδιο εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της άμυνας. Πολλοί ειδικοί συμφωνούν ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη γερμανική ανάπτυξη και, ταυτόχρονα, να αναζωογονήσει την ευρωζώνη. Ο συνασπισμός του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς ελπίζει να δει εφέτος ανάκαμψη του ΑΕΠ στο 1,3%

Η Γερμανία παραμένει πάντως μακριά από τα ιστορικά επίπεδα ανάπτυξής της. Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 0,3% το 2025, σηματοδοτώντας την τρίτη συνεχόμενη πτώση, με πιο έντονη μείωση στα αυτοκίνητα, τα μηχανήματα και τα χημικά – βασικούς τομείς για το « Made in Germany».

Επιπλέον, η αδυναμία στις επενδύσεις παραμένει, εξήγησε η Ρουθ Μπραντ, πρόεδρος της Destatis, κατά την παρουσίαση των στοιχείων στο Βερολίνο. «Ο τομέας των εξαγωγών αντιμετώπισε ισχυρές αντιξοότητες από τους υψηλότερους δασμούς των ΗΠΑ, την ανατίμηση του ευρώ και τον αυξημένο ανταγωνισμό από την Κίνα», τονίζει.

Το γερμανικό οικονομικό μοντέλο βασίζεται στη βιομηχανία και τις εξαγωγές. Ενώ εξάγει παγκοσμίως, εμπορεύεται κυρίως με τους Ευρωπαίους γείτονές της, ιδίως με τη Γαλλία, κάτι που συμβάλλει επίσης στην τόνωση των οικονομιών των δύο χωρών

Η μεταποιητική δραστηριότητα συρρικνώθηκε επίσης για τρίτο συνεχόμενο έτος. «Η οριακή ανάκαμψη οφείλεται κυρίως στην αυξημένη κατανάλωση των νοικοκυριών και της γενικής κυβέρνησης», δήλωσε η Ρουθ Μπραντ.

Οι προοπτικές για το 2026 είναι πάντως θετικές καθώς οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα αναπτυχθεί κατά περίπου 1% φέτος – ενισχυμένη από τον μεγαλύτερο αριθμό εργάσιμων ημερών και την αύξηση των κυβερνητικών επενδύσεων στην άμυνα και τις υποδομές.

Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι δεν αναμένουν αισθητή ανάκαμψη μέχρι το 2027, όταν αναμένεται να αποδώσουν τα τεράστια ποσά που δαπανά η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για επενδύσεις.

«Οι λόγοι για την αδύναμη απόδοση των τελευταίων ετών αφορούν τις υψηλές τιμές ενέργειας λόγω του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και, πιο πρόσφατα, τα εμπόδια για τους Γερμανούς εξαγωγείς από την επιβολή των αμερικανικών δασμών και του αυξανόμενου ανταγωνισμού από την Κίνα», δήλωσε ο οικονομικός εμπειρογνώμονας Φέλιξ Σμιντ της Berenberg Bank. «Σε αυτό προστίθενται εγχώρια προβλήματα όπως η διάχυτη γραφειοκρατία, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και η αύξηση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας».

Ο Σμιντ προειδοποιεί πάντως ότι «για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι αυξημένες δαπάνες να γίνουν μια δαπανηρή αναλαμπή στο «τηγάνι», είναι απαραίτητες οι μεταρρυθμίσεις».

Ωστόσο, οι περισσότερες γερμανικές εταιρείες μπαίνουν στη νέα χρονιά με ένα αίσθημα απογοήτευσης. Η ατμόσφαιρα μεταξύ των στελεχών της γερμανικής βιομηχανίας επιδεινώθηκε απροσδόκητα για δεύτερο συνεχόμενο μήνα στο τέλος του 2025, όπως αποκάλυψε το Ινστιτούτο Ifo με έδρα το Μόναχο στην έρευνά του Δεκεμβρίου σε περίπου 9.000 διευθυντές. «Η χρονιά τελειώνει χωρίς αίσθημα αισιοδοξίας», είχε δηλώσει ο πρόεδρος του Ifo, Κλέμενς Φουεστ.

Εκτός από την ανάπτυξη, η Γερμανία αντιμετωπίζει και άλλα σημάδια στασιμότητας, όπως ένα σταθερό ποσοστό ανεργίας, το οποίο παρόλα αυτά παραμένει πάνω από το 6% από τον Μάρτιο.

Πηγή