Τρεις αιώνες αργότερα, η ίδια λογική καθοδηγεί τις κυβερνητικές πολιτικές πολύ πέρα από τη Φινλανδία.

Δεκαετίες αφότου οι κυβερνήσεις κατέστρεψαν τα αποθέματα τροφίμων και εμπιστεύτηκαν το παγκόσμιο εμπόριο , ένας αυξανόμενος αριθμός κρατών ανασυγκροτεί τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης . Από τη Σουηδία και τη Νορβηγία έως την Ινδία και την Ινδονησία, τα κράτη αποθηκεύουν όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ρυζιού, σιταριού και άλλων βασικών προϊόντων ω ς δικλείδα ασφαλείας έναντι ενός κόσμου που θεωρούν όλο και περισσότερο ασταθή.

Η τακτική της Φινλανδίας, η οποία θεωρούνταν επί μακρόν ως εξαίρεση όσον αφορά τη διατηρήση εκτεταμένων αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης, αρχίζει να φαίνεται προφητική, σημειώνουν στο δημοσίευμά τους οι New York Times.

Η Νορβηγία, αυξάνει και πάλι τα αποθέματα σιτηρών της και η Σουηδία λαμβάνει τα πρώτα μέτρα.

Η επιστροφή της δημιουργίας αποθεμάτων τροφίμων έρχεται μετά από μία σειρά παγκόσμιων σοκ: την διαταραχή της πανδημίας του κορωνοϊού, την παγκόσμια ανησυχία λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και των πρόσφατων συγκρούσεων στη Γάζα, τη Βενεζουέλα και το Ιράν, την αστάθεια του κλίματος και την εκ νέου οπλοποίηση του εμπορίου. Αποκαλύπτει επίσης ένα βαθύ ρήγμα στην παγκόσμια οικονομική σκέψη.

Οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι ο ι αγορές δεν μπορούν πλέον να είναι αξιόπιστες σε περίπτωση κρίσης και ότι τα τρόφιμα, όπως και η ενέργεια, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο.

Οικονομολόγοι και εκπρόσωποι του εμπορίου αντιτείνουν ωστόσο ότι όταν πολλές χώρες συσσωρεύουν ταυτόχρονα τρόφιμα, κινδυνεύουν να περιορίσουν την παγκόσμια προσφορά, να ανεβάσουν τις τιμές και να πλήξουν τους φτωχότερους από τους εισαγωγείς. Αυτό που μοιάζει με σύνεση στο εσωτερικό, προειδοποιούν οι επικριτές, μπορεί να μετατραπεί σε αστάθεια στο εξωτερικό.

«Οι σκανδιναβικές χώρες λειτουργούν ως βαρόμετρο για τους παγκόσμιους γεωπολιτικούς κινδύνους και έτσι ο βαθμός που αυξάνουν τα αποθέματα τροφίμων σημαίνει ότι διαπιστώνουν μια αυξημένη γεωπολιτική ένταση στον πλανήτη», λέει ο Frederic Neumann, επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC για την Ασία, προειδοποιώντας ότι «τα τρόφιμα μπορεί να είναι ένα από τα πρώτα θύματα» της αυξανόμενης γεωπολιτικής πίεσης και των πολιτικών προστατευτισμού.

Μόλις οι κυβερνήσεις αρχίσουν να παρεμβαίνουν, τα μέτρα άμυνας εξαπλώνονται γρήγορα πέρα από τα σύνορα τους είπε. «Είναι πολύ δύσκολο να γυρίσει κανείς πίσω».

Αυτό που αμφισβητείται στην πραγματικότητα δεν είναι  ότι οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερους κινδύνους, αλλά αν η ευρεία αποθεματοποίηση τροφίμων, τους μειώνει πραγματικά. λέει ο Τζόζεφ Γκλάουμπερ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος των ΗΠΑ στον τομέα της γεωργίας.

«Η διατήρηση αποθεμάτων έχει νόημα μόνο αν θεωρούμε ότι το εμπόριο έχει διαταραχθεί εντελώς και ότι είναι πολύ δαπανηρό. Αλλά αυτό δεν ισχύει και τόσο» υποστηρίζει.

Ακόμη και όταν υπήρξε αποκλεισμός της διώρυγας του Σουέζ και της Ερυθράς Θάλασσας οι εξαγωγές ρυθμίστηκαν ως επί το πλείστον.

«Νομίζω ότι ακόμη και ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξε ότι στην πραγματικότητα μπορούμε να προμηθευτούμε σιτάρι αν το θέλουμε. Γι’ αυτό, προσθέτει ο Γκλάουμπερ. «Γι αυτό, δεν έχει πολύ νόημα για έναν μεγάλο εξαγωγέα να διατηρεί  μεγάλα αποθέματα, όπως έκανε η Ινδία».

Παρά τις αυξανόμενες προκλήσεις λόγω της κλιματικής αλλαγής, η γεωργία παγκοσμίως εξακολουθεί να παράγει αρκετά τρόφιμα, υποστηρίζουν οικονομολόγοι.

Υπάρχουν επίσης πρακτικά ζητήματα. Το σιτάρι είναι ακριβό στην αποθήκευση και δύσκολο να διατηρηθεί σε μεγάλη κλίμακα.

«Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η ποιότητα υποβαθμίζεται και τα αποθέματα καταλήγουν να διατίθενται για ζωοτροφές ή σε βιομηχανικές χρήσεις» επισημαίνει επίσης.

«Η εμπειρία της Κίνας, μεταξύ 2008 και 2016 είναι μια προειδοποίηση , προσθέτει. Τα μεγάλα αποθέματα καλαμποκιού που συσσωρεύτηκαν αποδείχθηκαν τελικά ακατάλληλα για χρήση σε τρόφιμα, αναγκάζοντας τις αρχές να τα διοχετεύσου ν στην παραγωγή αιθανόλης και στην βιομηχανική παραγωγή.

Πηγή