Βασίλης Αγγελόπουλος • [email protected]

Μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ, αναφέρει ότι μόλις το 28% της απασχόλησης κατατάσσεται σε επαγγέλματα χαμηλού κινδύνου και περίπου το 32% βρίσκεται στη μεσαία κατηγορία κινδύνου. Η δομή της ελληνικής οικονομίας  δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο αντίκτυπος της ΤΝ μπορεί να είναι απότομος και άνισος.

Η μελέτη αξιοποιεί δύο γνωστά μοντέλα ερευνητών που επιχειρούν να αποτυπώσουν το κατά πόσο ένα επάγγελμα μπορεί να αντικατασταθεί από την ΤΝ. Σύμφωνα με τον πρώτο δείκτη (Frey & Osborne, 2013), που περιλαμβάνει ΤΝ και ρομποτική, το 40% των ελληνικών θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει υψηλό ρίσκο αυτοματοποίησης. Σύμφωνα με τον δεύτερο (Gmyrek et al., 2025), που αφορά μόνο τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (π.χ. ChatGPT), περίπου το 22% των θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει σημαντικό ρίσκο αυτοματοποίησης. Στη δεύτερη περίπτωση εκτιμάται ότι 835.715 εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν υψηλό ή μεσαίο κίνδυνο έκθεσης σε ΤΝ.

Το ποσοστό των θέσεων εργασίας με υψηλή έκθεση στην Ελλάδα είναι μικρότερο από το αντίστοιχο των ΗΠΑ (47%), αλλά υψηλότερο από της Φινλανδίας, όπου αντιστοιχεί στο 36%  και του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου αντιστοιχεί στο 35% της συνολικής απασχόλησης.

Από τα δεδομένα που αναλύθηκαν στη μελέτη προκύπτει ότι η απασχόληση σε επαγγέλματα γραφείου, καθώς και στον τομέα των πωλήσεων και των υπηρεσιών, διατρέχει σημαντικό κίνδυνο αυτοματοποίησης. Επίσης, σημαντικό ποσοστό εργαζομένων σε χειρωνακτικές εργασίες στην παραγωγή και στη μεταποίηση αντιμετωπίζει ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο.

Άλλωστε, τα στελέχη των επιχειρήσεων, δηλώνουν ότι είναι έτοιμα να αντικαταστήσουν εργαζομένους με ΤΝ, όταν τους δοθεί η ευκαιρία. Σύμφωνα με σχετική έρευνα που διεξήχθη το 2024 και ενσωματώθηκε στη μελέτη του ΙΝΕ, τα ευρήματα δείχνουν ότι:

*To 55% των στελεχών των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα απάντησε ότι σκοπεύει να αυτοματοποιήσει καθήκοντα στο άμεσο μέλλον.

*Το 20% εξετάζει  μειώσεις προσωπικού λόγω ελλείψεων δεξιοτήτων.

*Το 30% θεωρεί πιθανό ότι έως το 2030 τα ανθρωποειδή ρομπότ θα έχουν υιοθετηθεί εμπορικά στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Γούλα, Γενικό Διευθυντή του ΙΝΕ / ΓΣΕΕ, βασική διαπίστωση της μελέτης είναι ότι «η ΤΝ δεν αφορά μόνο την αυτοματοποίηση απλών ή χειρωνακτικών εργασιών. Αγγίζει πλέον και δραστηριότητες γραφείου, επαγγέλματα γνώσης και καθήκοντα που συνδέονται με την επεξεργασία πληροφοριών, τη γλώσσα και τη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, η έκθεση δεν είναι ίδια για όλα τα επαγγέλματα ούτε οδηγεί αυτόματα σε απώλεια θέσεων εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η ΤΝ μετασχηματίζει τον τρόπο που δουλεύουμε καθώς και τις δεξιότητες που απαιτούνται. Σημαντικός αριθμός εργαζομένων στην χώρα μας αντιμετωπίζει ήδη σοβαρό κίνδυνο υψηλού βαθμού έκθεσης στην ΤΝ. Ωστόσο ο αριθμός αυτός των εργαζομένων είναι αρκετά μικρότερος από την πλειοψηφία των χωρών της Ε.Ε.

Αυτό δεν οφείλεται στην υψηλή τεχνολογική ετοιμότητα επιχειρήσεων αλλά, αντίθετα, στην τεχνολογική υστέρηση της οικονομίας. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η φοβική αναβολή της προσαρμογής, αλλά ο έγκαιρος σχεδιασμός πολιτικών αναβάθμισης των δεξιοτήτων των εργαζομένων καθώς και της ποιότητας στην εργασία. Με άλλα λόγια, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την τεχνολογική αλλαγή προς όφελος των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, προλαμβάνοντας, όσο είναι καιρός, την διάχυση της ΤΝ σε όλο το εύρος του παραγωγικού συστήματος. Να υποδεχτούμε δημιουργικά την αλλαγή και όχι απλά να  την υποστούμε παθητικά.»

Είναι χαρακτηριστικό ότι αναδύεται μια μορφή νοημοσύνης που μπορεί όχι μόνο να ανταγωνιστεί, αλλά δυνητικά να υπερβεί τις ανθρώπινες ικανότητες συλλογισμού και επίσης να αυτο-βελτιώνεται συνεχώς. Η πρώτη γενιά Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) έγινε εμπορικά διαθέσιμη σε όλο τον πλανήτη στα τέλη του 2022. Ένα Μεγάλο Γλωσσικό Μοντέλο είναι, στην ουσία, ένα τεράστιο μοντέλο που έχει εκπαιδευτεί πάνω σε αμέτρητα γραπτά κείμενα.

Τα μοντέλα ChatGPT-4 και Claude ανήκουν σε αυτή την κατηγορία των «core LLMs».

Αν και οι τεχνολογικές εξελίξεις στη ρομποτική ενδέχεται να οδηγήσουν σε σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας, το ΙΝΕ / ΓΣΕΕ εκτιμά ότι η μαζική υιοθέτηση οικονομικών και αποδοτικών ρομπότ για χειρωνακτικές εργασίες είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα στην Ελλάδα στα επόμενα πέντε χρόνια. Αντιθέτως, η Παραγωγική ΤΝ έχει ήδη εισαχθεί σε ελληνικές επιχειρήσεις, άρα απαιτείται προσεκτική και λεπτομερής εξέταση του αντικτύπου της.

Η αυτοματοποίηση επιδρά διαφορετικά στην Ελλάδα, που συνδυάζει εργατικό δυναμικό που γερνάει, εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης, έντονες περιφερειακές ανισότητες στις ψηφιακές δεξιότητες και σημαντική εξάρτηση από τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την αγορά ακινήτων.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν η τεχνολογική αλλαγή θα εξαλείψει θέσεις εργασίας, κάτι που αναμφίβολα θα γίνει, αλλά αν οι θεσμοί της χώρας, το εκπαιδευτικό και το πολιτικό σύστημα μπορούν να διευκολύνουν τη δημιουργία νέων επαγγελμάτων και να επιτρέψουν στους εργαζομένους να μεταπηδήσουν σχετικά ανώδυνα σε αυτά.

Η ΤΝ προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για τους αυτοαπασχολούμενους να γεφυρώσουν το χάσμα παραγωγικότητας. Εργαλεία Gen AI μπορούν να αυτοματοποιήσουν διοικητικές εργασίες, να βελτιώσουν την εξυπηρέτηση πελατών, να επιταχύνουν τη δημιουργία περιεχομένου και να παρέχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένες γνώσεις με χαμηλό κόστος, δυνατότητες που ιστορικά ήταν διαθέσιμες κυρίως σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Για μικρομεσαίους επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες, αυτή η τεχνολογία λειτουργεί περισσότερο ως επαυξητικό εργαλείο παρά ως υποκατάστατο. Ωστόσο, αυτό απαιτεί στοχευμένες πολιτικές ψηφιακής κατάρτισης και εξοικείωση με τεχνολογίες ΤΝ, ιδιαίτερα για αυτοαπασχολούμενους σε αγροτικές περιοχές και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υψηλότερα εμπόδια ως προς την εξοικείωση.

Πηγή