Του Νίκου Νικολόπουλου (Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος πρώην Υφυπουργός – πρώην Βουλευτής)

Η συζήτηση περί αυτοδυναμίας στις επόμενες εκλογές δεν είναι απλώς θεωρητική. Είναι αποπροσανατολιστική. Η ελληνική κοινωνία έχει εισέλθει σε φάση βαθιάς απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, με πρώτο και κύριο εκφραστή την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό. Είναι πολιτικό.

Με το ισχύον σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής, η αυτοδυναμία απαιτεί ποσοστά κοντά στο 38%, εφόσον το ποσοστό των κομμάτων εκτός Βουλής παραμένει χαμηλό. Τέτοια ποσοστά δεν εμφανίζονται ούτε στις πιο ευνοϊκές μετρήσεις για τη Νέα Δημοκρατία. Ακόμη σοβαρότερα, δεν εμφανίζονται στη κοινωνική πραγματικότητα.

Περίπου επτά στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι επιθυμούν την απομάκρυνση της παρούσας κυβέρνησης το συντομότερο δυνατό. Αυτό δεν συνιστά απλή φθορά εξουσίας. Συνιστά ρήξη εμπιστοσύνης .

Απέναντι σε αυτή τη ρήξη, η κυβέρνηση δεν απαντά με πολιτικές διόρθωσης αλλά με θεσμικό αυταρχισμό. Οι παρεμβάσεις στη λειτουργία της Βουλής, η υποβάθμιση των Ανεξάρτητων Αρχών, η φίμωση των εξεταστικών διαδικασιών και η συζήτηση αλλαγής του εκλογικού νόμου αποτελούν ενδείξεις ενός συστήματος που φοβάται την κρίση των πολιτών.

Η αναμονή του δεύτερου πορίσματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της κρίσης. Το πολιτικό κλίμα δεν οδηγείται σε εκτόνωση, αλλά σε όξυνση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάδυση νέων πολιτικών σχηματισμών δεν είναι συγκυριακή. Είναι δομική. Το λεγόμενο «κόμμα Καρυστιανού» δεν συνιστά κλασικό πολιτικό εγχείρημα, αλλά κοινωνικό φαινόμενο που αντλεί δύναμη από τη συλλογική απαίτηση για δικαιοσύνη και λογοδοσία.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το νέο αυτό ρεύμα θα κυβερνήσει . Είναι αν μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ειδικού σκοπού με σαφή εντολή: την αποκατάσταση των θεσμών, τη διαφάνεια και την επαναφορά της δικαιοσύνης στο κέντρο της πολιτικής ζωής.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μονοκομματική παντοδυναμία. Χρειάζεται πολιτική ωριμότητα, συνθέσεις και θεσμική επανεκκίνηση. Το 2026 δεν θα είναι απλώς εκλογικό έτος. Θα είναι έτος πολιτικής κρίσης και, ενδεχομένως, πολιτικής λύτρωσης.

Πηγή